Новогреческий словарь
αρειμανίως
αρειμανίως
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρειμανίως
? —
#
(ново)греческий словарь
—
φαγώσιμο
—
παραλλαγμένος
—
ευρωστία
—
διπλάρικος
—
χτενιά
—
κατακάθημαι
—
ενδοκρινολογικός
—
αμφισβητώ
—
αυτοκριτική
—
βλάφτω
—
στεναγμός
—
κεραυνόπληκτος
—
ανάταση
—
στομαχόπονος
—
ανεπιδίκαστος
—
περάτης
—
ατμομηχανή
—
αναρρηχεύω
—
ελαιεμπόριον
—
γιατί
—
ξενοφοβία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,