Новогреческий словарь
κτητικός
κτητικός
грам.
притяжательный
;
~ή αντωνυμία — притяжательное местоимение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
притяжательный
? —
κτητικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κτητικός
? — притяжательный
#
(ново)греческий словарь
—
μεσοσαράκοστα
—
αμάκας
—
νεφελοσκεπής
—
πόδι
—
σερετιλίκι
—
πραγματολογία
—
εμμετρωπία
—
ελαιεμπορία
—
εμπατή
—
αποκαρωμένος
—
αγυάλιγος
—
παπλωματάς
—
ξαστερώνω
—
τελειοποιήσιμος
—
στούμπωμα
—
εμπυρευμάτιση
—
εγκαθήλωση
—
αντίρροια
—
ζαλισμάρα
—
τριτοβάθμιος
—
βουρκάρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,