δαμασκηνό

формы словаβ
δαμασκηνό
дамасский;
          ~ χάλυβας — дамасская сталь



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дамасский? — δαμασκηνό
как с (ново)греческого переводится слово δαμασκηνό? — дамасский


αναζώνωεναντιωματικόςηλεκτροφόροςατιμωτικόςεκτεθαμμένοςγραφιδοθήκηδιακριτικότηταμολυβύςβόρβοροςωραίοδισυπόστατοςρούμιεμπεριστατωμένοςκιτριάλεπτόκοκκοςπολλάκιςχρηστόςεγκοίλιααντιιμπεριαλιστικόςαυτοκινητίστριατρακτερωτός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit