Новогреческий словарь
γνάψιμο
γνάψιμο
το
чесание
(шерсти);
валяние
(сукна)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чесание
? —
γνάψιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
валяние
? —
γνάψιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
γνάψιμο
? — чесание, валяние
#
(ново)греческий словарь
—
ξενιτευμός
—
διάκοσμος
—
ύδωρ
—
ταπεινωμένος
—
αψιώνω
—
κατάποση
—
μαρξίστρια
—
γερμανομάθεια
—
γυναικοκρατία
—
δόλιος
—
αδερφικάτα
—
συνεκτικότητα
—
φιλανθρωπία
—
ναυλαγορά
—
κατελώ
—
στείφτης
—
μυοθήρας
—
ηθμός
—
πεντηκονταετία
—
ξεκουρνιάζω
—
μαζορέτα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,