Новогреческий словарь
σφηνώνω
σφηνώνω
1)
вбивать клин
(во что-л.);
2)
вклинивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вбивать клин
? —
σφηνώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
вклинивать
? —
σφηνώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σφηνώνω
? — вбивать клин, вклинивать
#
(ново)греческий словарь
—
πηροχειρία
—
Διεθνής
—
χημειοτροπισμός
—
αφάλιση
—
μπουλούκα
—
κόμψευμα
—
ανταιτίασις
—
πλατυποδία
—
δημοκρατικότητα
—
ξενόδουλος
—
αντεκδικητικός
—
ελαφίδες
—
συναξαριστής
—
σωματεμπόριο
—
ανθρωποσφαγία
—
γαρνιτούρα
—
αφέγγιστος
—
εξολοθρευτής
—
εφέντης
—
στερημένος
—
μορταντέλλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,