Новогреческий словарь
κατσιά
κατσιά
η
присест
;
στήν ~ — в один присест
;
τρώγω στήν ~ μου — съесть за один присест
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
присест
? —
κατσιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
κατσιά
? — присест
#
(ново)греческий словарь
—
συγχρονίζω
—
ιδιάζων
—
μονόλυκος
—
αυτούνος
—
οργίζω
—
μπατζανάκισσα
—
ανασηκώνομαι
—
οινολογικώς
—
επτακοσάρα
—
βιρανές
—
περιβολήσιος
—
συνορίτης
—
γεροντόκοττα
—
αντιθρησκευτικός
—
ανυφαντού
—
εκκρουστήρας
—
αγνωστικισμός
—
αντικάμαρα
—
Ισπανία
—
μεταλλοφόρος
—
εισαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,