Новогреческий словарь
θεσμικός
θεσμικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεσμικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δημοτικότητα
—
θρίξ
—
καταπείθομαι
—
προέλευση
—
ρέ !
—
ωχρίαση
—
σκάρτεμα
—
τερατούργημα
—
ποδόπληκτρο
—
χειροτερεύση
—
ιχθυολόγος
—
κατάβραχα
—
πορτοκαλέα
—
φούγκα
—
επενεργών
—
αδερφοδιώχτης
—
μεταξωτός
—
οκτωβριανός
—
σουφλέ
—
αναρρίπτω
—
μυσταγωγικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,