Новогреческий словарь
δεινό
δεινό
το (чаще мн.ч.)
несчастье, бедствие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
несчастье
? —
δεινό
как на
(ново)греческом
будет слово
бедствие
? —
δεινό
как с
(ново)греческого
переводится слово
δεινό
? — несчастье, бедствие
#
(ново)греческий словарь
—
πάρλας
—
επανερωτώ
—
σταλίκωμα
—
υποπλοίαρχος
—
ενάσκηση
—
παραβλάσταρο
—
ζυμομυκητίαση
—
διίσμός
—
απολλοτριωτός
—
υστερορραγία
—
κοκαλάκι
—
ιαπετικός
—
πολυσπόρια
—
πετάλωμα
—
κατασκηνωτής
—
γλυκόηχος
—
διάδραση
—
αποθέτης
—
ναυτόπαις
—
υπεγγύηση
—
ζωοφαγικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,