Новогреческий словарь
φορτισμένος
φορτισμέν|ος
эл.
заряженный, заряжённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заряженный
? —
φορτισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
заряжённый
? —
φορτισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φορτισμένος
? — заряженный, заряжённый
#
(ново)греческий словарь
—
κρανένιος
—
μπατιρώ
—
υδροβιότοπος
—
λιγούρης
—
φασόμετρο
—
μικροαστός
—
απομετράω
—
ενδοκυττάρωση
—
ανατομικός
—
παπουτσώνω
—
χαριεντισμός
—
νύφη
—
παλιογαμημένος
—
εξάπλωση
—
έφορος
—
χειράκανθος
—
ετράφην
—
βοηθιέμαι
—
γερόγατος
—
ενδεχόμενο
—
αλεπουδάκι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,