Новогреческий словарь
γνέθω
γνέθω
(αόρ. έγνεσα)
прясть
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
прясть
? —
γνέθω
как с
(ново)греческого
переводится слово
γνέθω
? — прясть
#
(ново)греческий словарь
—
κρωγμός
—
μοχλοβραχίων
—
εσωτερικότητα
—
αδιαβροχοποίηση
—
χύμευση
—
αναμαλάζω
—
ταρτούφος
—
αυτότμηση
—
αλιπάστωσις
—
βουρκάρι
—
καθετηριασμός
—
στρατιώτης
—
παραμέληση
—
ημιμελία
—
ινώδες
—
ζερό
—
ελάφειος
—
δερματόκολλα
—
ιδιοφυής
—
ξετύλιχτος
—
γκοφί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,