Новогреческий словарь
διασκευάστρια
διασκευάστρια
η
та(__,__) кто перерабатывает
, обрабатывает, переделывает, наводит порядок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
та, кто перерабатывает
? —
διασκευάστρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
διασκευάστρια
? — та, кто перерабатывает
#
(ново)греческий словарь
—
καταψυχτικός
—
παρμεζάνα
—
βοδινός
—
γυναικοστόλι
—
απαίνευτος
—
κρουσταλλιάζω
—
γκιούλι
—
παραπονεύομαι
—
πεντηκοστός
—
απειροστικός
—
ενημέρωση
—
ωρολογιακός
—
ποντοπλοΐα
—
εξευμένιση
—
ελεφαντούργημα
—
αμετροπότης
—
διαστρεβλώτρια
—
πιτηδειοσύνη
—
ψηλώνω
—
εκλεξιμότητα
—
εκτείνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,