Новогреческий словарь
γκαλόπάρισμα
γκαλόπάρισμα
το
галоп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
галоп
? —
γκαλόπάρισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γκαλόπάρισμα
? — галоп
#
(ново)греческий словарь
—
υλοποιούμαι
—
δωδεκαήμερος
—
αντιμαρτυρώ
—
ντεμοντέ
—
ακοομετρικός
—
ρητορική
—
γκιρλάντα
—
σομμιέ
—
άλκαλι
—
εκπιέζω
—
ξεσκλάβωμα
—
ξεκαρδίζομαι
—
μοσκοβολώ
—
αναμφισβήτητα
—
χειλικόληκτος
—
εμπειρογνώμονας
—
ηλεκτροτυπία
—
καθίζω
—
αμήχανος
—
κουμπί
—
κατέβασμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,