Новогреческий словарь
νεοφυτευμένος
νεοφυτευμέν|ος
недавно посаженный
(о растениях)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
недавно посаженный
? —
νεοφυτευμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
νεοφυτευμένος
? — недавно посаженный
#
(ново)греческий словарь
—
υγειολογία
—
υποψιάζομαι
—
Λεβαντίνα
—
ομολογούμαι
—
ασύννεφος
—
βροχικά
—
πρωτοπαθής
—
τεχνίτις
—
ομόλογος
—
μεμυημένος
—
σκαλωσιά
—
φακή
—
ψυχαγωγούμαι
—
αμελώδητος
—
αποσκορακισμός
—
μελλοντολογία
—
μάχη
—
ετάθην
—
δεκανέας
—
σακχαροδόχη
—
αμπερόμετρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,