μαναράκι

формы словаβ
μαναράκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μαναράκι? —


ετοιμότηταευμορφοκάμωτοςσκιαγράφημαγεναριάτικαδραματολόγιοθεόγυμνοςγκαρδιακόςβουτυρώδηςφρούραρχοςαναπόδραστονσιωπηρόςκεκαλυμμέναζωδιακόςανασκαλίζωδυσκολεύομαικαλογερίστικοςηλιολατρίαακοσμίαεκατόγραμμοσαρανταπενταρίζωθρησκόληπτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit