κοζακλαριώτικ|ος

формы словаβ
κοζακλαριώτικ|ος
:
          ~ο γομάρι — безразличный, равнодушный человек



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κοζακλαριώτικος? —


σκαπέτισμαμετάθεσησυνηθίζωστραγγαλιστικόςξεφτίζωμίμοςΑίγυπτοςμυστικοσυμβούλιοαφελήςαμφικίνητοςβασιλοκόλαξαπροσέγγιστοςπλεοναστικόςπολυτίμωςτυφεκίζωχιλιαναθεμένοςονοματίζομαιφκιασιδούαρτιότητανεώτεροξεφτίλας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit