Новогреческий словарь
γιαγκίνι
γιαγκίνι
το 1)
пожар
;
γιαγκίνι βάρ! — [phrase]пожар![/phrase]
;
2) перен.
пламя, огонь любви
;
έχω ~ στήν καρδιά — пылать любовью
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пожар
? —
γιαγκίνι
как на
(ново)греческом
будет слово
пламя
? —
γιαγκίνι
как на
(ново)греческом
будет слово
огонь любви
? —
γιαγκίνι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γιαγκίνι
? — пожар, пламя, огонь любви
#
(ново)греческий словарь
—
κρεατοσάνίς
—
ανασέρνω
—
ασπίδα
—
αξεμολόγητος
—
αντικρινά
—
τραγοπόδαρος
—
παρέστιος
—
ασβέστης
—
κοσκινίδια
—
πτυελίστρα
—
αδιαβατικά
—
ανορμήνευτος
—
απορρίπτω
—
μαραμένος
—
αφιερωμένος
—
ορμίδι
—
πολύδροσος
—
μισθωτήριο
—
στερεοστατική
—
τρωγλοδυτικός
—
διαβολόσπέρμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,