Новогреческий словарь
αλπαγάς
αλπαγάς
ο 1)
альпака
(ткань);
2)
мельхиор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
альпака
? —
αλπαγάς
как на
(ново)греческом
будет слово
мельхиор
? —
αλπαγάς
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλπαγάς
? — альпака, мельхиор
#
(ново)греческий словарь
—
μαγειρεύω
—
ανθρακόκονη
—
άτζιο
—
μυημένος
—
οικονομία
—
παρακύλημα
—
αραδωτός
—
τσάμικος
—
ματαιολογία
—
κέντρισμα
—
σταλικοποδιάζω
—
προτού
—
κυτταρώδης
—
αρρενομίκτης
—
καπνοχώραφο
—
νηοπομπή
—
σπηλαιώτης
—
ισόγειο
—
πικρόγελος
—
ατοπία
—
κρύβομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,