Новогреческий словарь
προφανής
προφαν|ής
ясный, совершенно очевидный
;
είναι προφανές ότι... — [phrase]совершенно очевидно(__,__) что...[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ясный
? —
προφανής
как на
(ново)греческом
будет слово
совершенно очевидный
? —
προφανής
как с
(ново)греческого
переводится слово
προφανής
? — ясный, совершенно очевидный
#
(ново)греческий словарь
—
μπαγαπόντισσα
—
ετούτος
—
σαποονόφουσκα
—
κώνωψ
—
φροκαλιά
—
ψυχονεύρωση
—
ξιπασιάρης
—
θυροκόλληση
—
νέμεση
—
αρσενικοθήλυκος
—
χαρτονένιος
—
έκρυθμος
—
διεθνοποιώ
—
αμυντικός
—
σουρτούκεμα
—
χαρτοφυλάκιο
—
άχριστος
—
λογιότητα
—
αλγεβρισμός
—
κοπιώδης
—
αζάλιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,