ανεξάλειπτο

формы словаβ
ανεξάλειπτο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανεξάλειπτο? —


χρεωφειλέτηςπλουμιστόςσωκρατικόςσοφράνασυλλογισίακουνουπιέραφυσικόςδουλεύωσχετικάστεγανόςβράσηβλοσυρόςμεγαλείοπωγωνάτοςκουροφέξαλαρυζόγαλοστιγματικόςγκαζάδικοψυχιατρείοεκχυτήρλιμνοθάλασσα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit