Новогреческий словарь
ανέζευξα
ανέζευξα
αόρ. от αναζευγνύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανέζευξα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ξέζωσμα
—
μελιτώδης
—
προσορμίζομαι
—
αριστοκρατία
—
ιστοθέτηση
—
λικμώ
—
θάνατος
—
φοινικίδα
—
αξιέραστος
—
σκοτεινόχρωμος
—
καταβαράθρωση
—
κορδώνω
—
αυτόδηλος
—
πόλιτσμαν
—
νευράς
—
μυδοκαλλιεργητής
—
αλληγόρημα
—
μέθοδος
—
χοροπηδηχτός
—
ελπίς
—
απαλοζώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,