Новогреческий словарь




επικηρύττω

επικηρύττω
(αόρ. επικήρυξα) назначать награду (за поимку, убийство, выдачу преступника)


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово назначать награду? — επικηρύττω
как с (ново)греческого переводится слово επικηρύττω? — назначать награду


#(ново)греческий словарьεπιμελούμαιενοφθαλμίζωέρευναγροθίζωγλυκοκουβέντοποδαρίλαδιωκτικόςξαναπληρώνωαντίποιναασημοκουδουνάτοςαποθέσιμοδυσμαθήςούτωτηλεβόλοαγνοώσατυρίασηπακεταρισμένοςνταμάδοςμαυροκερασιάκανναβίσιοςσιάσιμο


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







латышский словарь, литовский словарь, шведско-русский словарь,