Новогреческий словарь
οργισμένος
οργισμένος
гневный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οργισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ηθητήρας
—
ενδεκασύλλαβος
—
ταξιδιάρης
—
παριτέ
—
ζωοψυχολογία
—
τριάλμπουρος
—
οικοδίαιτος
—
περιπαικτικός
—
πενηνταρίζω
—
δυσώνυμος
—
εξαχρείωση
—
διέκπριση
—
φλοιώδης
—
ξεπλάτισμα
—
κραχ
—
προκηρήσσω
—
ξόβεργα
—
δοξοπηγή
—
αλαλία
—
αποχαρακτηρίζω
—
διαγώγιον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,