Новогреческий словарь



Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω
категории словаря: фрукты занятие, профессия

δ / 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33 34 35 36 37 38 39 40 41 42 43 44 45 46 47 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 58 59 60 61 62 63 64 65 66 67 68 69 70 71 72 73 74 75 76 77 78 79 80 81 82 83 84 85 86 87 88 89 90 91 92 93 94 95 96 97 98 99 100 101 102 103 104 105 106 107 108 109 110 111 112 113 114 115 116 117 118 119 120 121 122 123 124 125 126 127 128 129 130 131 132 133 134 135 136 137 138 139 140 141 142 143

διαψευσμένος


διδακτέος


διεθνώς


διεισδυτικός


διεκπεραίωση


διεκπεραιωτής


διεκπεραιώτρια


διενεργών


διεξάγομαι


διευκρινιστικός


διευρύνομαι


διιστάμενος


διπλάλμπουρος


διπλάρμπουρος


δικάσιμη


δικάσιμο


δικαστίνα


δικαστικά


δικονομικά


δικράνα


δικτατορίσκος


διογκωτικός


διοικητικά


διοικήτρια


διοικούμαι


διοικών


διορθώσεις





переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве