τσιμινιέρα

формы словаβ
τσιμινιέρα
η дымовая труба



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дымовая труба? — τσιμινιέρα
как с (ново)греческого переводится слово τσιμινιέρα? — дымовая труба


ωρολόγιστενογραφικάενενηκονταετίασταθμοδείκτηςπεριχαρακωμένοςκοπάδιδιαρρύθμισηαρχαίοςπαρηγορητικόςσούρνωλέγωκαψυλλίωσηπυράκτωσηαμβλύωψχειμερίααργυρίτηςστεατικόςαναζωογόνησηεκφοβητικόςαπαρόμοιαστοςασύδοτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit