εθελοντικότητο

формы словаβ
εθελοντικότητο
η добровольность;
          η αρχή τής ~ς — принцип добровольности



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово добровольность? — εθελοντικότητο
как с (ново)греческого переводится слово εθελοντικότητο? — добровольность


θυροκόλλησηναυπηγίατεκμήριοανευφημίαπετρελαιοκίνητοςυαλοποιίαφουρνίρισμαμέρααγρόκτημαμαρμαρόστρωτοςκαλλιέπειαγκιουστέκιεμαγιέθωρηκτόθεόψηλοςωμοβόροςβούρλοκαρπούμαιψυχοσώστηςσχοινοβάτηςπρομάμμη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit