αποκαίω

формы словаβ
αποκαίω
(αόρ. απέκαυσα, παθ. αόρ. απεκαύσθην) сжигать дотла;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сжигать дотла? — αποκαίω
как с (ново)греческого переводится слово αποκαίω? — сжигать дотла


αδικοθάνατοςσυγκινώλιγοέξοδοςμοδιστράκιστοχαστικόςδωδεκαδάκτυλοςπαραπόρτισυναξάριαναστάσιμοςμαραφέτιαντηλιάεξακολουθώμοναχοπαίδιασπρορρουχούερωμένοςκατοπτρίζομαιπενταετήςμυρμηγκότρυπαφραγκοκάρδαμοαγουλιανόςαντικατοπτρίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit