πυγμόμετρο

формы словаβ
πυγμόμετρο
το силомер (для измерения силы удара кулаком)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово силомер? — πυγμόμετρο
как с (ново)греческого переводится слово πυγμόμετρο? — силомер


διαζωτικόςαπομάζωμαδιαθλαστικόςχύτραανταριασμένοςλιανοτούφεκοανύστακτοςχρονοφωτογράφοςγυμνοκώληςελληνίστριαεπαγρύπνησηπεριορίζωγύφτικοηλιόλουστοςγαλήνευσηκεντρώνωψαρεύομαιπάποςγαλήνιοςαντηρίδαπειραματίζομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit