ηλεκτροδοτώ

формы словаβ
ηλεκτροδοτώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ηλεκτροδοτώ? —


εορτάστριααυτοπεποίθησητέναγοςθεμελιώνωλιγνάδαπατατοκεφτέςκαμαρίλλαφουρνόφτυαροπροσωποκρατώσύμπηκτοςστοιχειοθέτησησυλλεκτικόςπολωτικόςελιοπερίβολοάλογομάντριβοηλάτηςσεισμογένεσηδαχτυλογραφώαναστροφικόςγυναικίτηςΛιμενικό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit