αριοστάλαχτ|ος

формы словаβ
αριοστάλαχτ|ος
редко капающий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово редко капающий? — αριοστάλαχτος
как с (ново)греческого переводится слово αριοστάλαχτος? — редко капающий


ευαρέστησηκαλλιτεχνικόςκαλαμένιοςμυρτιάκαταθέλγωψήλοςσαπισμένοςμαννάριεπινόησηκερατιάτικασυνεχήςσμηναγόςαναδιοργάνωσηγλαυκότηταανημπορεύωφεγγαροβραδιάεπιτροπεύσιμοςλουτράρηςόργωμαφέλλιασμαανταγορεύω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit