κλιματολογικός

формы словаβ
κλιματολογικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κλιματολογικός? —


ναυλοτιμαριθμικόςσχόληαργυρόπαγοςδενδροειδήςευλογητόςαρτίσταςαντάμωμαγαϊδουρίζωεπαινετικόςνιώσιμοτελειόφοιτοςεξηκοντούτηςμεγαλομανήςγωνιαίοςνοολογικόςσυναρμολόγημααγωγήανυφανταριόεισκομιδήδιχαστικόςγραπώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit