βασεδώφει|ος

формы словаβ
βασεδώφει|ος
:
          βασεδώφειος νόσος — мед. базедова болезнь



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βασεδώφειος? —


στοιχείωμακαυστήραςγδάρτηςσυμπαίκτηςκαταβρέχωεξυμνητικάγερανογέφυρασχάζωξαποστέλνωφασιστοειδέςκαβουρομάναπροσωπάρχηςεξιδρωματικόςαξήραντοςμπράτσοσχίστηςεμπορεύομαιεξαπολύομαινιοφερμένοςσημαδεύομαικακιούλα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit