οριστικισμός

формы словаβ
οριστικισμός
ο филос. детерминизм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово детерминизм? — οριστικισμός
как с (ново)греческого переводится слово οριστικισμός? — детерминизм


προσκολλώμαιόπτησηασκόςμοναρχο-φασίσταςγδαρτόςλίχνευμαοστεαλγίαατυλιγάδιστοςσανοπώληςδασόκλειστοςπλανερόςμοβόρικοςένσημοςεπικάλυψηέσχατοςαθέληταγιαουρτοπόλεμοςγναφάλωσηημιφάτνωτοςμεφιτισμόςαγγειόσπερμα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit