προσκυνήτρια

формы словаβ
προσκυνήτρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προσκυνήτρια? —


εξαιρεμένοςπεθαμόςβεντάγιασυγχορδίαμεταχύνωαυλητρίςεκτοξεύωομίχληαιμοπότηςχρειαζούμενοςσυκολογωιλυόειςφώναγμαγνοιάζομαιδιχάλιαρχέγονοςβαλμάςρομαντικότητακληδονίζωσύφιληκόλλυβο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit