ευθυμολογικός

формы словаβ
ευθυμολογικός
шутливый, остроумный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово шутливый? — ευθυμολογικός
как на (ново)греческом будет слово остроумный? — ευθυμολογικός
как с (ново)греческого переводится слово ευθυμολογικός? — шутливый, остроумный


αμφικτιονικόςακαρποςυπαλλαγήπροχρονολογώεγκλείστωςμηδικήεπιδεκτικόςβρογχεκτασίαχείμαρροςφούμηπανήγυρηλαϊκοδημοκρατικόςριζοβούνισώμαδιοριζόμενοςπόνσεπτοςκασμάςμαθησιακόςαυθάδειαθεατρομανήςχρωμολιθογραφικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit