ανεπίστρεπτα

формы словаβ
ανεπίστρεπτα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανεπίστρεπτα? —


κατά μόναςαντισταθμιστικόςιερόσυλοςαπαράλλακτοςγλυκοφιλάωτροχοπεδιλοδρομίαχαϊδευμένοςεντερεκτομίανέοπροσδιοριστικόςβαθμονόμησιςαθεΐζωθρησκευτικάπολιτοφυλακήπαλαιοανθρωπολογίαμυγόχεσμαυποδηματεργοστασιάρχηςαναδρομάρισσαναυλωτικόμουτζώνομαιεναποθήκευση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit