ληστοκρατούμαι

формы словаβ
ληστοκρατούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ληστοκρατούμαι? —


κατεξουσιάζωμπατζανάκαιναεμπύρετοςάσφιγκτοςνυμφομανήςκυβερνήτηςμαστίγωσηετερόχειρκεκορεσμένοςκόμηςξεπλανεύωκορυφάδαμετακινώεπιβάλλωβουλητικόςχρηματιστήςσπρωξίδιεξαπλασίασμόςαμακροςσυμμετοχικόςαδελφομίκτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit