διακηρυκτικός

формы словаβ
διακηρυκτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακηρυκτικός? —


σπανακοτυρόπιταομορφοκορημισόσκεποςαντιπολιτευτικόςακηλίδωτοςχορδήμιλένιουμγουρουνοπέτσικινητικότηταπυράκτωσηψαροτόμαροφλασκωτόςιταλιστίνοτιάςκαταμαρτυρώραγιάδικοςπούπεταγριπεύωπήχτραδιοχέτευσηξελιγώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit