μαλακομπούκωμα

формы словаβ
μαλακομπούκωμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μαλακομπούκωμα? —


αποθέωσηκώπηαστόλιστοςερωτιάρηςγευστικότηςπρωταυγουστιάτικοςκαταπίστομασωματοφύλακαςεναρκτήριοςζενιθικόςευτράπελοςεισποιούμαιεξαναγκαστικόςτραυματιοφόροςθερμόαιμοςγαϊδουριάζωαλάνισσαεπικονιάζωπαρεξηγήσιμοςδιακοπήμωαμεθανίδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit