Новогреческий словарь
απογειούμαι
απογειούμαι
отрываться от земли, взлетать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отрываться от земли
? —
απογειούμαι
как на
(ново)греческом
будет слово
взлетать
? —
απογειούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
απογειούμαι
? — отрываться от земли, взлетать
#
(ново)греческий словарь
—
αεριοφυλάκιο
—
συμβίωση
—
βραδύπεπτος
—
μιζέρια
—
ωτοκόπτης
—
αφροδισιολόγος
—
λίξιάρης
—
κτηματογραφώ
—
γούρλωμα
—
διαπυούμαι
—
σκηνοποιός
—
λιόγερμα
—
ελαφρυντικός
—
αγέμιστος
—
Χιλή
—
ζεύγος
—
εξάγγελος
—
γαλβανιστής
—
τουρκόφιλος
—
ανεπικοινώνητος
—
ατόπημα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,