Новогреческий словарь
σιμιτεργάτης
σιμιτεργάτης
ο
пекарь выпекающий симит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пекарь выпекающий симит
? —
σιμιτεργάτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σιμιτεργάτης
? — пекарь выпекающий симит
#
(ново)греческий словарь
—
αγριορόρι
—
ξεβρώμισμα
—
δασμολόγηση
—
σπερματοδότης
—
αναστατωμένα
—
εντολεύς
—
αναφεγγιά
—
φορτόω
—
ενδοσπέρμιον
—
καφεκόπτης
—
ναυσιβλάβεια
—
γιορτινά
—
δημοκοπικά
—
ανώδυνος
—
δασονομία
—
φατριαστής
—
στάχυ
—
εξεπλάγην
—
μαλακολόι
—
βρομισμένος
—
σαβάνωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,