Новогреческий словарь
φουντώνω
φουντώνω
II
вставлять днище
(в бочку)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вставлять днище
? —
φουντώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φουντώνω
? — вставлять днище
#
(ново)греческий словарь
—
ράισμα
—
λάθυρος
—
υπερήφανα
—
αρτιον
—
μουτράκι
—
διακριτέος
—
σιδηρομεταλλουργία
—
χειροτονώ
—
αμάζευτος
—
επανορθώτρια
—
καβουρομάνα
—
ψιλοχωμάτισμα
—
εκχυδάϊση
—
πυθμένας
—
αφροντισία
—
πολίτης
—
λιθοβολώ
—
ισοκλινής
—
αιμοσφαίριο
—
φουχτωσιά
—
κάλαθος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,