Новогреческий словарь
αγορίστικος
αγορίστικ|ος
мальчишеский; мальчиковый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мальчишеский
? —
αγορίστικος
как на
(ново)греческом
будет слово
мальчиковый
? —
αγορίστικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγορίστικος
? — мальчишеский, мальчиковый
#
(ново)греческий словарь
—
τετρακοσιοστός
—
λενινικός
—
συμφεροντολογία
—
σκολιός
—
ενδωτοσκόπιον
—
καλλιγραφικός
—
παραμαγνητικός
—
παλαιογραφία
—
βυζάστρα
—
ανθρωπίζω
—
χωροφύλακας
—
παρεφθαρμένος
—
βαλτοθάλασσα
—
αποσώζομαι
—
ευμέλεια
—
νερόλακκος
—
εργαλειοστάσιο
—
γιγανταιώρημα
—
δωρητήριο
—
αλητόπαιδο
—
σιδηρουργικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,