Новогреческий словарь
γάγγραινα
γάγγραινα
η 1) мед.
гангрена
;
2) перен.
язва, зараза
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гангрена
? —
γάγγραινα
как на
(ново)греческом
будет слово
язва
? —
γάγγραινα
как на
(ново)греческом
будет слово
зараза
? —
γάγγραινα
как с
(ново)греческого
переводится слово
γάγγραινα
? — гангрена, язва, зараза
#
(ново)греческий словарь
—
λατίνι
—
ανθοβόληση
—
εξάμβλωση
—
παστό
—
αγρομίσθωση
—
σιγαστήρας
—
λογοκοπία
—
μαμμόθρεπτος
—
βιβλιολόγος
—
οκτασύλλαβος
—
ευκολοδούλευτος
—
συνέκδημος
—
εξονυχιστικός
—
μπορεσάμενος
—
αισθηματολόγημα
—
ταράζομαι
—
σιωνισμός
—
διαλυτήριο
—
σβωλαράκι
—
φασκελοκουκουλώνω
—
γαλατόπιττα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,