Новогреческий словарь
κομψοτέχνημα
κομψοτέχνημα
το
художественное изделие; изящная вещица
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
художественное изделие
? —
κομψοτέχνημα
как на
(ново)греческом
будет слово
изящная вещица
? —
κομψοτέχνημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
κομψοτέχνημα
? — художественное изделие, изящная вещица
#
(ново)греческий словарь
—
ωοτόκος
—
πλίνθος
—
νεκροτομία
—
δασυγένειος
—
σκληρόκαρδος
—
στεγανά
—
λαβυρινθίτιδα
—
πειναλέος
—
μουγγαμάρα
—
θερμοστάτης
—
σκωληκίασις
—
φυλλάδα
—
συντετριμμένος
—
βενετικός
—
αντωνυμικώς
—
αβελτηρία
—
διπλωμάτης
—
απολάω
—
κολποκήλη
—
αντιγράφομαι
—
ταμιευτήριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,