Новогреческий словарь
διασφήνωση
διασφήνωση
(-εως) η 1)
расклинивание
;
2)
вклинивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расклинивание
? —
διασφήνωση
как на
(ново)греческом
будет слово
вклинивание
? —
διασφήνωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
διασφήνωση
? — расклинивание, вклинивание
#
(ново)греческий словарь
—
ασφυρήλατος
—
λουρίδα
—
ημικατεργασμένος
—
καρκίνωμα
—
διαστημόμετρο
—
γυρεύγω
—
αγγάστρωτος
—
ξενοτροπία
—
αβλασφήμητος
—
μεταφραστικά
—
ισόχρονος
—
επιχαλκώνω
—
χαριτόβρυτος
—
απαισιοδοξία
—
τραγουδιστά
—
λουστρίζω
—
κούρσον
—
πρωτομαγειρεύω
—
εποπτεία
—
σκλαβώνω
—
άρρωστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,