Новогреческий словарь
διετμήθην
διετμήθην
παθ. αόρ. от διατέμνω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διετμήθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
νοεμβριάτικος
—
ζάλο
—
ρεβιθόσουπα
—
ξετίναγμα
—
επίπασμα
—
ξεβιδώνομαι
—
αποσχίζομαι
—
ουρικός
—
συκολός
—
συνείδηση
—
υποσκαφή
—
ξαλαφρώνω
—
βρωμισμένος
—
αποσαρκώνω
—
βαθερός
—
τελμάτωση
—
μελικηρίδιο
—
βομβαρδισμένος
—
στρατόπεδο
—
πετούγια
—
φαλλίρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,