σχολιάστρια

формы словаβ
σχολιάστρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σχολιάστρια? —


άλειμμαδένέκθετοξεσκέπαστοςυποτονικότηταενοικώκαθοδικώςαποπνέωπατρότηταπρωταρχινίζωλάμπαξορκίστραευρώπιοναχθοφορίαρήμασμαψυχρίτσααποθαρρεύωομπρελλάςκατακόβωπινακωτήακούρευτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit