Новогреческий словарь
ορθοτονούμαι
ορθοτονούμαι
грам.
сохранять ударение
(об энклитиках и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сохранять ударение
? —
ορθοτονούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορθοτονούμαι
? — сохранять ударение
#
(ново)греческий словарь
—
γυαλάδα
—
ασύνειδα
—
αντεπιστημονικό
—
λογοτέχνημα
—
πλακέ
—
αναζωογονητικός
—
ιθύνοντας
—
προοπτικός
—
εντατικός
—
αεροσίφων
—
καταιονητήρ
—
εγήρασα
—
δικονομία
—
βατσιναρισμένος
—
ψιλοδουλεμένος
—
κούραση
—
κούμπωμα
—
κλοτσίδι
—
χοντρέμπορος
—
τιμοκατάλογος
—
τραπεζιέρης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,