Новогреческий словарь
μέτζο
μέτζο
το
половина
;
===
~ σοπράνο — меццо-сопрано
;
~ ~ — так себе, средне, ни то ни сё
;
μέτζο τράγειο μέτζο πρόβειο — среднего качества, посредственный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
половина
? —
μέτζο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μέτζο
? — половина
#
(ново)греческий словарь
—
πρυτανεία
—
εξωλέμβιος
—
αεροστάθμη
—
Τσεχοσλοβάκος
—
μπερδεψοδούλης
—
στοκάρισμα
—
χρεμέτισμα
—
αλλόφρων
—
κρόταλο
—
υπνοθεραπευτικός
—
διαλεκτός
—
τυχερά
—
ραχατιλίκι
—
Δημήτριος
—
επιδρομικός
—
ηλιοσκόπιο
—
πλευροκοπώ
—
διατρέξαντα
—
σύμπλεξη
—
διαφυλάσσομαι
—
βούληση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,