πυκνοκατοίκητ|ος

формы словаβ
πυκνοκατοίκητ|ος
густонаселённый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово густонаселённый? — πυκνοκατοίκητος
как с (ново)греческого переводится слово πυκνοκατοίκητος? — густонаселённый


φάλαγγαρούσικοςκαμωματαρούφασίστριαχλωριοφόρμιοαυγολόγοςμαντατεύτραακριβαίνωχαβάγιαπεντοζάληςπεριττοσύλλαβοςπολυφαγάςρομαντζάρωγαλακτίζωήρεμαματοτσίνοροβαριούχοςεπίτασηλαοπόθητοςαντιουδαϊσμόςμετενσάρκωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit